2.3.12

Παρελειπόμενα Θεσσαλονίκης 2 (Παρίσι - Αθήνα - Θεσσαλονίκη)

To καφέ-εστιατόριο στο όροφο του αεροδρομίου στη Θεσσαλονίκη είναι ίδιο με καφέ-εστιατόριο στην Εθνική. Μόνο που απέξω περνάνε αεροπλάνα. Ίδια και τα φαγητά, ίδια η «διακόσμηση», ίδια η μουσική υπόκρουση, ίδιοι οι άνθρωποι. Το κομπολόι του απέναντι δε βοηθάει στη συγκέντρωση. Στο αεροπλάνο προσπαθώ να καταλάβω ποιοι είναι οι συνταξιδιώτες. Άνθρωποι που «ανέβηκαν» για το φεστιβάλ δεν είναι. Θεσσαλονικείς, της Αθήνας; Μάλλον όχι. Μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα βρίσκομαι από το Παρίσι στην Αθήνα και από εκεί στη Θεσσαλονίκη. Με αεροπλάνο, να είναι καλά τα μίλια της Ολυμπιακής. Ξενέρωτη επιλογή το αεροπλάνο, αλλά δε γίνεται διαφορετικά. Προσγείωση στην Αθήνα την τέταρτη (ή πέμπτη) μέρα αναζήτησης πρωθυπουργού για την χώρα. Αναμένω να ανακοινώσει ο πιλότος το όνομα όπως μια άλλη φορά είχε ανακοινώσει το σκορ για ένα αγώνα του μουντιάλ. Τίποτα. Στη διαδρομή που διαρκεί μία ώρα από το Ελ. Βενιζέλος στο Κουκάκι, ο εκφωνητής του ραδιοφώνου αναφέρει τέσσερα διαφορετικά ονόματα. Στη μία ώρα που χρειάζομαι για να αλλάξω από χειμερινή-παρισινή ένδυση σε φθινοπωρινή-αθηναϊκή, ακούγεται ένα πέμπτο όνομα. Τετάρτη βράδυ και η Αθήνα είναι άδεια. Λίγο αργότερα σε μπαρ φίλων η νύχτα βρίσκει 15 φίλους χωρισμένους σε ομάδες των τριών να λογομαχούν πολιτικά. Αν και παρακολουθώ συστηματικά, ρωτάω τους φίλους μου να μάθω πως το βιώνουν. Η αντίφαση ξεκινάει από τη πρώτη κουβέντα.


Την επομένη, καθώς το αεροπλάνο προσγειώνεται στη Θεσσαλονίκη, μου υπενθυμίζω ότι υπάρχει μια άλλη η Ελλάδα, μακριά αλλά και τόσο κοντά από το ψαγμένο κέντρο της Αθήνας και τις ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες κουβέντες πεφωτισμένων ανθρώπων στα μπλογκς και στο τουίτερ. Επιστρέφοντας στο Παρίσι, είναι αδύνατο να απαντήσω στο ερώτημα «πως είναι τα πράγματα στην Ελλάδα» . «Αντιφατικά», σκέφτομαι αλλά που να το αναλύεις.

Ξημερώματα Κυριακής στη Θεσσαλονίκη, σε μια σουβλακερι, χαζεύουμε τον κόσμο που βγαίνει από τα μπαρ. Υπάρχει πρόβλημα αισθητικής, λέει ένας φίλος. Ίσως. Είναι μια πραγματικότητα όμως. Λίγες ώρες μετά, μαθαίνω ότι κάποιος άλλος που εγκατέλειψε την Αθήνα για να ζήσει στη Βόρεια Ελλάδα, ισχυρίζεται ότι η Αθήνα είναι μία «μη πόλη». Η φράση αυτή τριγυρνά στο κεφάλι μου τις υπόλοιπες μέρες στην Αθήνα. Η δουλειά μου, η ασχολία μου είναι θέματα πόλης. Το «μη πόλη» δε το γνωρίζω. Γνωρίζω τους «μη τόπους» και ένα σωρό άλλα επιστημονικά, αλλά όχι αυτό. Σιγά σιγά όμως αρχίζω να καταλαβαίνω τι εννοεί. Δεν είναι όμως του παρόντος. Έξω από τα έργα του μετρό (;) στην Αγιά Σοφιά, η o Alvin Ailey, το πάρτυ της Δαπ, η Υφανέτ και η λαϊκή τραγουδίστρια συνυπάρχουν. Στην Αριστοτέλους μέρα μεσημέρι ένα σκύλος ξεκοκαλίζει ένα τεράστιο κομμάτι μάλλον βοδινού. Η σοκολάτα στο Δωμάτιο με Θέα έχει στον αφρο ζωγραφισμένα πολύχρωμα σχεδιάκια. Μου λένε ότι το ίδιο ισχύει σε πολλά καφέ. Τα εστιατόρια είναι ωραία διακοσμημένα. Από αισθητική σκίζουν. Πραγματικά. Στην παραλία, μπάτσοι κυνηγάνε αφρικανούς πωλητές. Μαζί τους κάποια ντουβάρια που δεν καταλαβαίνεις αν είναι ασφαλίτες ή φασίστες (ή και τα δύο). Το κάτω κομμάτι της Αριστοτέλους μοιάζει να έχει σταματήσει στο χρόνο. Ίσως και η υπόλοιπη πόλη και ας έχουν γίνει τα εστιατόρια μοδάτα. Δε μ’ αρέσει η Θεσσαλονίκη γιατί έχει κάτι το Βαλκανικό λέει ένα φίλος. Εμένα πάλι για αυτό μ΄αρέσει. Και για τη μελαγχολία της. Μερικούς μήνες μετά πεθαίνει ο Αγγελόπουλος.

Παρελειπόμενα Θεσσαλονίκης 1

Με λεωφορείο συνήθως. Μια δυο φορές με αυτοκίνητο, με τα έργα από κάποια στιγμή και μετά ήταν σαν να παίζεις σε ηλεκτρονικό παιχνίδι. Μια φορά η διαδρομή από την Κατερίνη μέχρι τη Θεσσαλονίκη γίνεται συνοδεία ρετσίνας. Στην επιστροφή στάση στα Τέμπη, νύχτα μέσα στην ομίχλη. Η Μ. δε θα το ξεχάσει ποτέ. Δέκα χρόνια μετά θυμάται με κάθε λεπτομέρεια, αυτά τα πέντε, ίσως έξι χρόνια, κάθε φορές δέκα μέρες στην πόλη του Βορά. Εγώ πάλι όχι. Θυμάμαι τους χώρους, τα πρόσωπα λιγότερο. Το σπίτι συνήθως ήταν ένα διαμέρισμα δίπλα στην εκκλησία στην καμάρα. Τρεις άνδρες φοιτητές, ποτέ δεν ήταν όλοι στο σπίτι, ένα δωμάτιο έμενε άδειο. Μια καφέ μπανιέρα. Τις Κυριακές ο Π. μαγείρευε, σπιτικό φαγητό. Οι ταινίες μπορούσαν να περιμένουν. Μερικά χρόνια μετά, τους πρώτους μήνες στο Παρίσι, ξανασυναντώ τυχαία τον Π. Η Θεσσαλονίκη είναι μακριά και πλέον ζούμε στην ίδια πόλη. Δέκα μέρες τρέξιμο από την Καμάρα στους κινηματογράφους του φεστιβάλ, χαμένοι στα στενάκια της πόλης, πολύ πριν συγκεντρωθούν στην αποβάθρα.

Πέρα δώθε ολημερίς από την Αριστοτέλους στον Πύργο και πάλι πίσω. Ενδιάμεσα τα ουζερί πάνω από την Καμάρα, στην Άνω Πόλη, ο Ζύθος, το κουρδιστό γουρούνι, τα λουλουδάδικα. Το πρωί στο Ματζέστικ, αργότερα στο Νίκης και το Θερμαϊκό. Μπαρ μέσα σε παλιά κτίρια, ανεβαίνεις ξύλινες σκάλες για να ακούσεις τζαζ. Στα πάρτυ του φεστιβάλ στο Μύλο οι άνθρωποι φαίνονται μεγάλοι. Φέτος στην αποβάθρα φαίνονται μικροί. Μπουγάτσες, κρεμούλες, σούπες, σουτζουκάκια, μύδια, αν υπάρχει χρόνος βόλτα μέχρι το Δέλτα στη πλωτή ταβέρνα. Τρεις, τέσσερις, ενίοτε πέντε ταινίες την ημέρα. Δέκα χρόνια μετά, οι δέκα μέρες γίνονται 3. Μέσα σε τρεις μέρες και με ένα φεστιβάλ συγκεντρωμένο στην μία πλευρά της πόλης, ίσα που προλαβαίνω να πάω μέχρι την άκρη της παραλίας. Λίγος κόσμος, οι προσκλήσεις μειώθηκαν, μαζί τους και οι Αθηναίοι. Η ντεκαντανς του Ολύμπιον θυμίζει λίγο τα παλιά. Η Αποθήκη, μαζεύει τον ντόπιο πληθυσμό, τους φοιτητές και όλους αυτούς που ως αντίδοτο στη κρίση βλέπουν ταινίες. Ένα φιλί από κάποιον σχεδόν άγνωστο στην Αριστοτέλους ένα πρωί κάνει την προσγείωση στην Ελλάδα πολύ πιο ευχάριστη. Τα κορίτσια δε μένουν πια στη Ναυαρίνου και ο αδερφός της Μ. έχει προ πολλού επιστρέψει στην Αθήνα. Οι συγκάτοικοι της Καμάρας σίγουρα δεν είναι πλέον εκεί.

Κολλάω με τις φωτογραφίες του Στάβερη. Δεν είναι κανένας σπουδαίος φωτογράφος μου λένε πριν πάω να δω την έκθεση. Κι όμως, οι φωτογραφίες αυτές έχουν μια ανθρωπιά και ταυτόχρονα μια ειρωνεία που ίσως ξεφεύγουν από την τέχνη της φωτογραφίας, αλλά σίγουρα μπορούν να μιλήσουν. Ένα μεγάλο καράβι κρύβει τη θέα προς το Θερμαϊκό από τη τζαμαρία στο καφέ της έκθεσης. Κινηματογραφιστές σε ένα διάλειμμα, ανάμεσα σε ταινίες και πάρτυ, πίνουν τσαγάκι για να βγάλουν τις επόμενες μέρες. Το Παραδοσιακό στην Αριστοτέλους έχει υπέροχες μπουγάτσες. Το δωμάτιο στην Εγνατίας, τρία επί τρία το πολύ, βλέπει, δίνει σε ένα δένδρο, από πίσω ένα μεγάλο νεοκλασικό και τα φωτάκια της κεντρικής οδού. Δύο παλιοί γνώριμοι, πίσω από την μπαλκονόπορτα συζητάνε για νευρολογία. Οι φωτεινές ταινίες δεν είναι ικανές να προκαλέσουν κουβέντα. Τρεις ώρες μέχρι της επιστροφή. Οι άλλοι έχουν ήδη φύγει. Να πάω μια βόλτα. Το κρύο τσουχτερό, ίδιο με αυτό του Παρισιού, σε διαπερνά και οι βόλτες πάνε περίπατο. Τελευταίος καφές στον Θερμαικό. Έξω. Μέσα έχει βαβούρα, είναι απογευματινός καφές της Κυριακής. Εκείνο το κλαπμ κάτω από τις κερκίδες στο γήπεδο της Τούμπας, ένα βράδυ στην παραλία παρέα με ένα μπουκάλι βότκα, η πίτα που η Μ. θυμάται ότι έφτιαξα στον αδερφό της, το ρετιρέ του Χ. το κουκλίστικο σπίτι της Ε. το Λουξεμβούργο και το Τούριστ πριν ανακαινιστούν, το καφέ στη Διαγώνιο παρέα με το Πρώτο Πλάνο. Κάνει πολύ κρύο για βόλτα. Του χρόνου.
.

28.2.12

Ας γράψω κάτι (αλλαγή πλεύσης)

Ας γράψω κάτι. Αυτό σκέφτομαι κατηφορίζοντας την Ιπποκράτους. Λίγο πριν είχα ταίσει τον κουμπαρά του radiobubble. Ήπια και ένα καφέ εκεί, δε γνωρίζω κανένα προσωπικά, ούτε εικονικά, και ας τους παρακολουθώ. Το ξανασκέφτομαι το βράδυ περπατώντας από τα Πετράλωνα προς το Κουκάκι, ανάποδη διαδρομή από αυτή. Έχω καμιά δεκαριά κείμενα μισογραμμένα και άλλα τόσα στο κεφάλι μου. Αυξάνονται καθημερινά αλλά δε τα γράφω. Σταμάτησα πριν δύο χρόνια, πήγα να γράψω κάτι πριν ένα χρόνο, δε το έκανα.

Ξεκίνησα αυτό το μπλογκ, πιο πολύ για να επικοινωνώ με τους φίλους μου και να ανταλλάσσουμε ιδέες. Πράγματα που είδαμε και μας άρεσαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα που έχουμε σκορπίσει. Είναι αυτοί που εμφανίζονται δεξιά όμως ελάχιστοι έχουν γράψει. Η ιδέα δε προχώρησε, έτσι έμεινε μόνη η περσόνα της γάτας να βλέπει και να γράφει. Ήθελα το μπλογκ να έχει συγκεκριμένη θεματική, να μη γράφω περί ανέμων και υδάτων, ούτε τα προσωπικά μου ούτε πολιτικές κοινωνιολογικές σκέψεις παρότι πιστεύω ότι όλα είναι πολιτική. Σταμάτησα να γράφω όταν αυτά που έβλεπα έγιναν πολλά. Δεν υπήρχε ο χρόνος, ίσως ούτε η όρεξη. Σταμάτησα επίσης γιατί κάτι με έσπρωχνε να σχολιάσω την επικαιρότητα, την ελληνική παρότι ζω στο Παρίσι. Τα τελευταία δύο χρόνια διαβάζω υπέροχα κείμενα στο διαδίκτυο. Οι συγγραφείς τους εμφανίζονται δεξιά, ανακάλυψα όμως και άλλους στο δρόμο. Δεν αφήνω σχόλια, όπως δε συμμετέχω και στο τουίτερ που επίσης παρακολουθώ. Γιατί; Απλά μάλλον δε μου ταιριάζει. Μου φαίνεται και περίεργο. Θα επανέρθω σε αυτό το θέμα εν καιρώ.

Ενδιάμεσα άρχισα ένα άλλο μπλογκ, στα γαλλικά αυτή τη φορά. Και αυτό στη μέση έμεινε. Αλλαγή πλεύσης παρόλαυτά στο παρόν μπλογκ. Η βουνίσια γάτα θα μπει στο περιθώριο και λέω σιγά σιγά να ανεβάσω τα κείμενα που ήταν στο συρτάρι. Το ξανασκέφτομαι ξανακατεβαίνοντας την Ιπποκράτους μερικές μέρες μετά, έχοντας γνωρίσει κάποιους από αυτούς που «παρακολουθώ». Το ξανασκέφτομαι ακόμα πιο σοβαρά στο ίδιο αεροπλάνο που παίρνω πέντε φορές το χρόνο επί εννιά χρόνια.

Αν άλλαζα όνομα στο μπλογκ, θα έβαζα κάτι που θα παρέπεμπε σε αυτή τη διπλή ζωή ανάμεσα σε δύο χώρες και κυρίως ανάμεσα σε δύο πόλεις. Όμως και η βουνίσια γάτα κάτι από αυτό λέει. Μια γάτα σε μη οικείο περιβάλλον σε δύο σπίτια. Η για την ακρίβεια στο σπίτι της στο Παρίσι και στην πόλη της την Αθήνα.

Υγ: το γιατί η βουνίσια γάτα υπογράφει ως γουρούνα και αλλού εμφανίζεται ως yakoumaki είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία.





6.2.11

Οδός Γαληνού και ένα παγκάκι

Πάντα προτιμούσα την οδό Ζαχαρίτσα λόγω ονόματος. Στο Κουκάκι και αυτή. Η οδός Προπυλαίων πάλι είχε άλλη βαρύτητα. Μια ευθεία μέχρι το Ηρώδειο. Ακόμα πιο πριν ήταν η οδός Σοφρωνίσκου. Τώρα όμως εδώ και κάποια χρόνια είναι η οδός Γαληνού. Τέσσερα τετράγωνα όλα κι όλα. Με μονοκατοικίες όμως. Μερικές πρόσφατα ανακαινισμένες, μερικές όπως ήταν παλιά, ένα απλό ισόγειο και μεγάλες αυλές σαν αυτά που βλέπουμε στις ελληνικές ταινίες.

Στην οδό Γαληνού δεν ακούς αυτοκίνητα. Ακούς όμως γάτες, ακούς τον απέναντι που μιλάει στο τηλέφωνο, συζητήσεις μεταξύ γειτόνων στην μέση του δρόμου, το καροτσάκι που σέρνει κάποιος από τη λαική, τον απέναντι που παίζει ολημερίς πιάνο και σπανια κάποια λαικά από τον παππού δύο σπίτια παρακάτω. Η διατροφή γατιών οικόσιτων και μη στην οδό Γαληνού είναι κύρια απασχόληση των κατοίκων. Μπολάκια σε κάθε εξώπορτα, φαγητό στα γραμματοκιβώτια ώστε να μπορεί οποιοσδήποτε να γεμίσει τα μπολάκια. Γενεές γιατιών έχουν μεγαλώσει σε αυτό το δρόμο...


Εδώ στην άλλη άκρη του Κουκακίου, μπορεί να μην έχει δίπλα την Ακρόπολη, έχει όμως το λόφο από τη μία και τον πεζόδρομο της Ολυμπίου από κάτω. Και εκεί έχει ένα από τα ωραιότερα καινουργια καφενεία...σε σήμα και πάλι μια γάτα. Δεν είναι μόνο όμως ότι είναι ωραίο, είναι ότι πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία η οποία εξηγείται λεπτομερώς στο σάιτ τους. Σε αυτά δεν έχω να προσθέσω κάτι, πέρα του ότι είναι πολύ όμορφα το πρωί, όταν ο ήλιος φτάνει μέχρι τα πίσω τραπεζάκια του καφενείου, ότι ο κόσμος που το δουλεύει είναι πάρα πολύ ευχάριστος και ότι οι τιμές είναι λογικές (φθηνές για την ακρίβεια) όπως θα έπρεπε κανονικά να είναι παντού. Α, το κρύο χοιρινό είναι θεσπέσιο....Και όσο αφορά τη βουνίσια γάτα, πάντα βρισκει παρέα να πιει τον καφέ της, όλο και κάποιος γάτος είναι ήδη εκεί, με αποτέλεσμα μερικές φορές να πηγαίνει 3 φορές την ημέρα...

το παγκάκι, στον πεζόδρομο της Γ. Ολυμπίου στον αριθμό 17-19

Προσεχώς: 48 ώρες στη Νότια Γαλλία

είπε μια φίλη χθες το βράδυ:
Οσο μπορείς ακόμα να την κοπανάς όταν ζορίζουν τα πράγματα, είσαι πολύ τυχερή.
Και έχει πάρα πολύ δίκιο...

3.2.11

Allo, allo, tu m'entends?



Μόλις μας ανακοίνωσαν ότι φτάνουμε στο Saint Raphael...Το παραπάνω τραγούδι το μαθαίναμε στη πρώτη δημοτικού
"Αλο, αλό μ' ακους; Κάνει καλό καιρό στο Σαν Ραφαέλ; εδώ κάτω από τη βρόχη μπορώ ακόμα να μυρίσω την Εστερέλ..."

2.2.11

Πόρτα

Εχεις ανοίξει 100 φορές αυτήν την πόρτα. Αλλές 100 έχεις χτυπήσει και σου έχουν ανοίξει. Τις περισσότερες φορές άλλωστε είναι ορθάνοιχτη και έχεις απλά περάσει. Οσες φορές την άνοιξεις σου είπαν "καλωσήρθες, σε περίμενα", όσες φορές χτύπησες, σου άνοιξαν και είπαν "πέρνα, που ήσουν τόσο καιρό;" και όσες φορές απλά πέρασες, σου είπαν "καλώστο".
Τώρα γιατί κάθεσαι στη μεριά σου, ούτε χτυπάς, ούτε ανοίγεις, ούτε περνάς; Απλά περιμένεις τον άλλο να τα κάνει όλα αυτα ;!


(Την Πορτάρα η γάτα τη βλέπει σχεδόν κάθε χρόνο. Τη τελευταία φορά που βρέθηκε κοντά ήταν 7 χρονών...Δε θυμάται αν πέρασε από μέσα...Μέσα στα κρύα του Παρισιού, η εικόνα που βλέπεις φτάνοντας στην Νάξο ανεβάζει λίγο τη θερμοκρασία)

30.1.11

Οσο υπάρχει το κρύο

Στην αρχή χαίρεσαι. Μετά αρχίζεις να νυστάζεις ακατάπαυστα. Μετά για κάποιο λόγο διψάς όλη την ώρα. Φτάνει κάποια στιγμή που λες "κάτι δε πάει καλά" και ο φαρμακοποιός σου συστήνει συμπλήρωμα σε βιταμίνη D. Λίγο αργότερα ξεχνάς με τι μοιάζει ένας αστράγαλος, ένας αγκώνας, ένα γόνατο....για να μη μιλήσουμε για κοιλιές. Και φτάνει η ώρα που έχεις ξεχάσει παντελώς την αίσθηση της ζέστης. Δε ξέρεις πια πως είναι να ιδρώνεις, πως είναι να σου καίει ο ήλιος το κορμί. Θυμάσαι ότι υπάρχει αυτή η αίσθηση αλλά δε ανγοείς πλέον πως είναι. [Τα συμπτώματα αυτά (και πολλά άλλα) αρχίζουν να εμφανίζονται σταδιακά μετά την πάροδο μερικών χρόνων στη πόλη του φωτός.]

Αν όλα αυτα συμβούν κατά Απρίλη μεριά, έχει μερικές ελπίδες. (απλά όταν βάλεις φούστα και δεις τη γάμπα σου, νομίζεις ότι αυτά τα άσπρα πόδια ανήκουν σε κάποιον άλλο). Αν πάλι όλα αυτά συμβούν κατά Γενάρη μεριά, τότε την έχεις πατήσει άσχημα...και καταλήγεις να σκέφτεσαι πως θα ήταν αν πασάλειβες το σώμα σου με λίπος φώκιας, σκέφτεσαι σοβαρά να πέσεις σε χειμερία νάρκη για μερικούς μήνες ή απλά ψάχνεις να βρεις ένα τρόπο να βρεθείς στο Νότο (η γάτα πάει αύριο στις Κάννες)

Πέρυσι τον ιούνιο(!!!) σε ένα πάρτυ στο Παρίσι κάποιοι γάλλοι και κάποιες ελληνίδες συζητούν για τον καιρό. Και συζητούν και για το κρύο. Το γεγόνός ότι εδώ συζητάμε καθημερινώς για το καιρό, έχει δύο εξηγήσεις. Αφενός είναι έυκολο θέμα για να ανοίξεις κουβέντα. Αφετέρου, και κυρίως, είναι γιατί ποτέ δε ξέρες τι θα σου ξημερώσει. Αν θυμάμαι τη μαμά μου κατά τον Απρίλη να ανεβάζει τα χειμωνιάτικα στο πατάρι και να βάζει ναφθαλίνη και κατά τον Οκτώβρη να εμφανίζει τα χαλιά, είναι δύο πολύ παλιές αναμνήσεις. Εδώ στα Παρίσια, δεν μας φτάνει που τα σπίτια είναι μισές μερίδες και κατά συνέπεια και οι ντουλάπες, πρέπει καλοκαιριάτικα τα χοντρά μάλινα να συμβιώνουν στην ίδια ντουλάπα με καλοκαιρινά φουστανάκια....Διότι όπως είπαμε δε ξέρεις τι θα σου ξημερώσει...Η καλύτερα, όπως είπε φίλη ελληνίδα, σε εκείνη την κουβέντα ένα ωραίο, κρύο βράδυ του ιουνίου "Ο χειμώνας στο Παρίσι έχει τέσσερις εποχές". Ατάκα που στιγμιαία εξόργισε τους φίλους γάλλους, μετα όμως σκέφτηκαν ότι μάλλον έχουμε δίκιο. Η ίδια φίλη, πριν μερικούς μήνες πήρε τη γαλλική υπηκοότητα. Προσπαθώντας να με πείσει να κάνω και εγώ τα χαρτιά μου, και αφού όλα τα λογικά και πολιτικά επιχειρήματα έχουν τελειώσει, συμπληρώνει "Από τότε που έγινα γαλλίδα, σταμάτησα να κρυώνω". Αν είναι έτσι, μαζεύω ό,τι χαρτιά χρειάζονται. Η αλήθεια είναι ότι χθες εμφανίστηκε με κοντή φούστα και έμοιαζε να μην υποφέρει ενώ η αφεντιά μου με μάλλινο καλσόν, παντελόνι, πουλόβερ για το σκι κτλ κτλ νόμιζε ότι από στιγμή σε στιγμή φτάνει το τέλος της.

Ταυτόχρονα, φίλη γαλλίδα κρατάει μια στήλη εδώ (πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα παρεπιπτόντως) με τον τίτλο "Οσο υπάρχει το κρύο. Μια αίσθηση που κινδυνεύει να εξαφανιστεί". Το επιχείρημα της είναι ότι το κρύο είναι η φυσιολογική κατάσταση και ανησυχεί μήπως με την αλλαγή του κλίματος φτάσει μια μέρα που δε θα κρυώνουμε πλέον.

Το ερώτημα "γιατί σε καποια στιγμή της ιστορίας ο "πολιτισμός" εγκατέλειψε την Μεσόγειο και έφυγε προς το Βορά", έχει προφανώς πολλές και λογικές απαντήσεις. Το ερώτημα "πως μπορεί να επιβιώσει στο Βορά κάποιος που έχει ζήσει πάνω από 25 χρόνια σε μεσογειακό κλίμα" δεν έχει απάντηση. Η μάλλον έχει: υποφέρωντας...Αλλά δε μπορούμε να τα έχουμε και όλα...





(το ανέκδοτο με τη πολική αρκούδα το ξέρει κανείς;)

29.1.11

Bourgogne πέρα από το κρασί

(Σε αυτό το μπλογκ έχω αποφασίσει να μη γράφω ούτε προσωπικά θέματα (κοινώς τα εσώψυχά μου) ούτε πολιτικοκοινωνικές αναλύσεις. Αυτό είναι δύσκολο αυτές τις μέρες με όσα συμβαίνουν ανά το κόσμο (και στην Αθήνα). Θα κρατήσω παραταύτα το κανόνα και θα ξεθάψω μερικές εικόνες από μια περσινή εκδρομή)


Καλά, Βουργουνδία χωρίς κρασί δε γίνεται. Ενα Monthélie (Le Riottes) για παράδειγμα, είναι ό,τι πρέπει.

Epoisses de Bourgogne. Βρωμερό, βρωμερό τυρί. Και δεν είναι μόνο ότι βρωμάει, αν ξεχαστείς και το πιάσεις με τα χέρια, βρωμάς για μερικές μέρες....αλλά όπως λένε εδώ "όσο πιο πολύ βρωμάει τόσο πιο νόστιμο είναι)


Persillade. Επίσης τοπικό προιόν. Γουρουνάκι, ποδαράκια, μουσούδα, μπουτάκι, όλα μέσα στο ζελέ από το λίπος του, πολύς μαιντανός και πολύ σκόρδο)



Το ότι οι γάλλοι είναι κομψοί και δεν είναι κιτς, ισχύει μόνο για το Παρίσι (αντε και για καμία άλλη πόλη). Βιτρίνες μεσιτικού γραφείου και φαρμακείου. Ναι, αυτό με τα μανιτάρια)


Και σε γκρό πλαν




Αγνωστο το τι ακριβώς δίνουν στις γάτες για να κάθονται ολημερίς μπροστά στα τζάμια


Σκηνή από το τέλος μιας μέρας κοντά στη Beaune. Εκδρομή αναριχητικό-οινολογική και κυρίως γαστρονομική.

28.1.11

Εξω από τη Μασσαλία

Ο κεντρικός ήρωας των "ρομάν νουάρ" (κατά το φιλμ νουάρ) του Ζαν Κλωντ Ιζό, όταν δε βρίσκεται μπεγλέμενος σε απίστευτες αστυνομικές περιπέτειες που διαδραματίζονται στις φτωχογειτονιές της Μασσαλίας, όταν δε μας παρουσιάζει την πόλη αυτή μέσα από τις μουσικές που ακουεί (κατά πλείστον τζαζ), όταν δεν χάνεται ανάμεσα στον έρωτα και τη φιλία, τον καπνό και τον ποτό, αναπολεί τα νεανικά του χρόνια όταν αποδρούσε στο μικρό ψαροχωρι Goudes. Εκεί ξαναγυρίζει όταν θα χρειάζεται να σκεφτεί, να καθαρίσει το μυαλό του.
Την πρώτη φορά που έφτασα εκεί, και μη γνωρίζοντας τα μυθιστορήματα του Ιζό, δε μπορούσε να καταλάβω γιατί αυτο το μισό χωριό είναι τόσο γνωστό. Μάλλον αυτό το imaginaire έχει μεγάλη δύναμη. Οι Goudes είναι ο τελευταίος οικισμός του δήμου της Μασσαλίας. Κάτι σαν να πηγαίνεις στη Βουλιαγμένη, μόνο που οι Goudes είναι όντως ψαροχώρι, ο ιστός της πόλης δε φτάνει μέχρι εκεί και οι συνοικίες πριν από αυτό δεν είναι τα πολυτελή νότια προάστια της Αθήνας. Κάθε άλλο, είναι οι εγατικές συνοικίες της πόλης.

Για μια ελληνίδα γάτα, όσο και αν χαίρεται που βλέπει τη μεσόγειο, ήταν αρχικά πολύ δύσκολο να καταλάβει τη μαγεία αυτού του τόπου όπου έχει μια μόνο παραλιίτσα, βράχια από τα οποία δεινοπαθείς για να μπεις στο νερό και δεν υπάρχει ένα ταβερνάκι. Κι όμως....Φεύγοντας ανατολικά από το χωριό μπαίνεις σε μια προστευμένη ζώνη με τη θάλασσα στα δεξιά και εντυπωσιακά βράχια στα αριστερά. Οχι, δε φτάνεις στη παραλία με αυτοκίνητο...Πρέπει να περπατήσεις πολύ και αυτό είναι καλό. Οχι, δεν έχει μπητςμπαρ κάθε 100 μέτρα, και αυτό καλό είναι. Και τι κάνεις; περπατάς, διαβάζεις, πίνεις ένα παστίς το απογευματάκι, και βλέπεις τα καράβια να φεύγουν για τη Βόρεια Αφρική. Και σου μπαίνει η ιδέα να κάνεις το γύρο της Μεσογείου με ένα από αυτα...Και επειδή δε μπορείς βρίσκεις τον εαυτό σου να ακολουθεί γαλλικές συνήθειες: ποτηράκι κρασί και ζαμπονάκι δίπλα στη θάλασσα, σκαρφαλώματα, ολίγην pétanque και καφέ εσπρέσο δίπλα το κύμα (πότε δε κατάλαβα πως πίνουν ζεστο καφέ καλοκαιριάτικα)....


27.1.11

Ιστορίες Πετραλώνων 4 (πριν 10 χρόνια)

(Διότι έχουμε ξαναγράψει εδώ και εδώ και εδώ. Τη γκρίνια τη γράψαμε στο τελευταίο ποστ και έχουμε πει ότι σε αυτό το μπλογκ αποφεύγουμε τη γκρίνια.)


Δύο νέες αφορμές: 1. Μια πρόσφατη βόλτα (αυτή περίπου που περιγράφεται παρακάτω) και 2. Μια σειρά φωτογραφιών από το 2000 (που χρησίμευσαν κάποτε σε μια διπλωματική εργασία στη σχολή Αρχιτεκτόνων)

(κλικ του ενλάρτζ: εγκαταλειμένα σπίτια, άδεια οικόπεδα...)

Τόσα χρόνια κουκακιώτισα η βουνίσια γάτα, θεωρούσε ότι τα Πετράλωνα είναι "από πίσω". Συνεπώς κάθε φορά που πήγαινε προς τα εκεί, ένιωθε ότι με κάποιο τρόπο, γυρίζει την πλάτη στην πόλη. Ακόμα και τώρα νιώθει ότι δε βγαίνει στην Αθήνα όταν πάει προς τα εκεί. Ετσι οι μέρες που είναι στην Αθήνα χωρίζονται σε αυτές που είναι στην πόλη και σε αυτές που είναι στα Πετράλωνα. (Οπου πόλη: ο,τιδήποτε άλλο).

Τελευταία δε κάνει συχνά τη διαδρομή Κουκάκι Πετράλωνα μιας και ο καλύτερος φίλος γάτος μένει στην άλλη άκρη των Πετραλώνων. Ακόμα δεν έχει αποφασίσει αν προτιμά το πήγαινε ή το έλα. Είναι ομως μια διαδρομή που μπορεί να κάνει με κλειστά μάτια και όπου αναγνωρίζει και τη τελευταία πέτρα (ετσι παρακολουθεί και κάθε νέο οικοδόμημα, κάθε νέο μπαρ/εστιατόριο που εμφανίζεται).

Γαληνού, δεξιά στην Αμυνάνδρου, αριστερά στη Φιλοπάππου. Ισως τον ωραιότερο δρόμο της Αθήνας. Εχουν μείνει ακόμα μερικές εγκαταλειμένες μονοκατοικίες και όλο σκέφτεται η γάτα ότι μια μέρα μπορεί μια από αυτές να γίνει δική της. Πάντα ρίχνει κλεφτές ματιές από τα παραθυρα ατυών που κατοικούνται και λέει ότι αν οι άνθρωποι που ζουν εκεί μέσα δεν είναι ευτυχισμένοι, τότε πολλά προβλήματα έχουν. Βγαίνοντας στο περιφερειακό, τα πράγματα ζορίζουν. Το πεζοδρόμιο τείνει στο 0, και τα αυτοκίνητα ανεβαίνουν με φόρα. Στη συστάδα δένδρων έξω από το θέατρο της Δώρας Στράτου, πάντα το ίδιο δίλημα: Προχωρούμε ευθεία με κίνδυνο τη σωματική μας ακεραιότητα ή κάνουμε το κυκλο (ανηφόρα, κατηφόρα).
Λίγο πιο κάτω στο παρκάκι, δευτερο δίλημα. Μπαίνουμε στα Πετράλωνα ή συνεχίζουμε στο περιφερειακό;

Περίπτωση 1. το παρκάκι γύρω γύρω, πλατεία Μερκούρη, αρίστερά και μετά Τρώων, αριστερά στις Πλειάδες και δεξιά στη Δημοφώντος. Οπου παρεπιπτόντως εδώ και κάποιο καιρό έχει ανοίξει το συμπαθέστατο Κλουβί. Από εκεί και πέρα και στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ένα συνεχής μαντρότοιχος ο οποίος φέρει τα πιο ευφάνταστα συνθήματα. Μερικά από αυτά τα φωτογράφισε ο κύριος (;) από εδώ(δε κλέβουμε φωτογραφίες και εδώ) αλλά τα καλύτερα θα τα φωτογραφίσει η γάτα στην επόμενη κάθοδο.


Περίπτωση 2. Συνεχίζουμε στο περιφερειακό, περνάμε την εργατική πολυκατοικία, συναντάμε μερικά τροχόσπιτα (το ένα έχει και ένα άλογο), καμιά δεκαριά σκυλιά και κάπου στο επόμενο παρκάκι κάνουμε αριστερα...Και πάντα χανόμαστε. Καπως ανεβοκατεβαίνει ο δρόμος εκεί στα προσφυγικα (ή πέτρινα) της Φρειδερίκης, κάτι περίεργο συμβαίνει και δεν υπάρχει φορά που η γάτα να μην έχει κάνει 2-3 κύκλους μέχρι να καταφέρει να βρεθεί στο σωστό σημείο στη Δημοφώντος.

Οπου εκει στο τέλος της Δημοφώντος άνοιξε ένα καινούργιο μπαρ. Δε γνωρίζω πως το λένε αλλά τα παιδιά που το έχουν είναι συμπαθέστατα, η μουσική πολύ καλή, τα ποτα καλά και φθηνά. Και μακάρι να έχουν κόσμο.

Στη τελευταία βόλτα προς τα εκεί, ανακαλύψαμε ότι το Ασχημόπαπο είναι ακόμα στη θέση του. Τα τυροπιτάκια εξαιρετικά, μόνο που χρωματίστηκαν οι καρέκλες. Εκεί στη θέση του από το 1968, τουτέστιν πριν τη γέννηση της γάτας...αλλα σίγουρα έχει μουσουλήσει και εκεί μέσα.
Που αλλού πήγαμε πρόσφατα κατά εκεί; Στον Κρητικό στην οδό κοίλης. Οπου το φρυγαδέλι (συκωτάκι τυλιγμένο σε μπόλια) εξακολουθεί να είναι κορυφαίο, το ίδιο και οι χιχλιοί και τα σκαλτσουνάκια. Για τη ρακή δε χρειάζονται σχόλια. Στο διπλανό τραπέζει δύο κύριοι προχωρημένης ηλικίας αναπολούν τα νιάτα τους. Και ο Κρητικός τους κερνάει ακόμα μια ρακή. Πριν 7 χρόνια που πήγαινα εκεί συχνά νομίζω ότι κάθονταν στο ίδιο τραπέζι.
Ειναι νύχτα συνηθως όταν η γάτα φέυγει από τα Πετράλωνα. Και τότε δεν έχει σημασία από περνάει. Οσες φορές όμως έχει τύχει και έχει φύγει πρωι, κάπου στη στροφή της Δώρας Στράτου, φαίνεται η Ακρόπολη...και η μπροστά πλευρά της πόλης

26.1.11

Κυριακάτικες βόλτες IV

Εντάξει, δεν ήταν Κυριακή, ήταν Τρίτη, αλλά τι σημασία έχει;

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι έννοιες του flâneur και της dérive ανακαλύφθηκαν στο Παρίσι. Σίγουρα κάπως έχουν μεταφραστεί και ως γάτα που υποτίθεται ότι κάνει αστικές σπουδές θα έπρεπε να γνωρίζω αλλά δε δε γράφουμε επιστημονικό κείμενο εδώ. Σε αυτή τη πόλη, για αλλού ξεκινάς και αλλού βρίσκεσαι. Αρκεί μόνο να πείσεις τον εαυτό σου να βγεί από το σπίτι, πράγμα δύσκολο τους χειμερινούς μήνες. Εχω επίσης της απορία αν έρχεται κάποια στιγμή που παύεις να κάνεις τον τουρίστα (στα 7 χρόνια δεν έχει συμβεί ακόμα) , που πάυεις να ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο περνώντας από τους ίδιους δρόμους, που παύεις να απλά να περπατάς άνευ λόγου και αιτίας...Μάλλον όχι...Και ας έχουν αλλάξει πολλά από τότε που ζούσε ο Μπωντλαίρ.
Νέο μπιστρό καταγράφεται στη λίστα "εδώ πρέπει να πάω τον επόμενο επισκέπτη". Το όνομα αυτού Le Repaire de Cartouche. Η rue Amelot, όπου και βρίσκεται το μπιστρό βρίσκεται ακριβώς έξω από εκεί που ήταν τα τείχη του Παρισιού κατά το 1400 (μπορεί και αργότερα, το έχω διδάξει αυτό το μάθημα αλλά πάντα τα μπερδεύω). Με αποτέλεσμα να είναι πείπου ένα όροφο κάτω από τα Grands Boulevards. Και κατά συνέπεια το μπιστρό να είναι σε 2 επίπεδα. Το κάτω είναι εστιατόριο, το πάνω είναι μπιστρό. Με 15 ευρουδάκια, τρως μία υπέροχη τερίν ελαφιού (τι να κάνουμε; ελάφι είχε), μια ανεπανάληπτη σουκρούτ (με αληθινό κρεατάκ) και ένα μπαμπα (ο ρουμ, ο αυθεντικός). Και ταυτόχρονα επιλύεις διάφορα υπαρξιακά....


Ακολουθεί βόλτα το Μαραί, με σκοπό το La Maison Européenne de la Photographie, η οποία κανονικά είναι ανοιχτή τις τρίτες αλλά σήμερα αποφάσισε να είναι κλειστή....Κανένα πρόβλημα, εκθεσούλες να φάνε και οι κότες.
Γραμμή μετρό 1 για Jeu de Paume, πάντα κάποια καλή έκθεση φωτογραφίας έχει εκεί. André Kertész το όνομα αυτού. Γεννηθείς στη Βουδαπέστη, έζησε στο Παρίσι, πέθανε στη Νέα Υόρκη. Και όλα αυτα καθόλη τη διάρκει του 20ου αιώνα. Ετσι ανακαλύπτουμε σχεδόν την ίδια ιστορία της φωτογραφίας, αλλά και τρεις τουλάχιστον χώρες. Το πέρασμα από τις μικροσκοπικές φωτογραφίες, στις καρτ ποστάλ, στους πειραματισμούς (distorsion το λέει αυτός) και τελικά στις πολαρόιντ.
Το Jeu de Paume είναι στις Tuileries (Κεραμεικός ελληνιστί). Ψιλοβρέχει, φυσάει αλλά μια βόλτα ανάμεσα στα γυμνά δένδρα με φόντο το Λούβρο. Κάθε φορά που η γάτα κάνει αυτή τη βόλτα, έχει την αίσθηση ότι κάνει το πιο τουριστικό πράγμα στο κόσμο. Κι ομώς, είναι η βόλτα που χιλιάδες παριζιάνοι την κάνουν ξανά και ξανά. Να βγούμε από τον κήπο; Rue Saint Honoré, gourmet καταστήματα (αλλά όλα gourmet είναι εδώ), δίπλα σε υψηλή ραπτική και παμπάλαια καφενεία...Κάνει κρύο ομως και έχουν περάσει ήδη 6 ώρες. Επιστροφή στα υψίπεδα της Belleville.

Λουμπαρδιάρης

Η γάτα πολύ στενοχωρήθηκε που έφυγε από την Αθήνα μια μέρα ακριβώς πριν οι κάτοικοι πέριξ του Φιλοπάππου αποφασίσουν να ξαναδώσουν ζωή στο περίπτερο του Φιλοπάππου... Αυτοί τα λένε καλύτερα εδώ http://filopappou.wordpress.com/. Και σε αντίθεση με διάφορες τρέντυ ομάδες που κυκλοφορούν όλο και περισσότερο στο κέντρο της Αθήνας, εδώ έχουμε να κάνουμε με κάποιους ανθρώπους που εδώ και χρόνια, με συνέπεια, λογική, διεκδηκούν και υπερασπίζονται έναν από τους ελάχιστους δημόσιους χώρους που έχουν απομείνει στην πόλη. Και πάλι τα λένε καλύτερα οι ίδιοι. Πληροφορίες, υλικό και όλα τα καλά στο ίδιο σάιτ.

Η γάτα θα μείνει λίγο στο περίπτερο του Λουμπαρδιάρη μιας και μεγάλωσε κάτω από το λόφο. Βόλτα με γονείς σε βρεφική ηλικία, γενέθλια με τα άλλα γατάκια της γειτονιάς, βράδυ ανάστασης ενίοτε ακόμα και σε πιο προχωρημένη ηλικία αλλά πριν γίνει χοτσποτ για τους μοδάτους Αθηναίους. Καφεδάκι με τη γιαγιά συνοδευόμενο με τοστ και περικαλάδα. Πόσα δρομάκια οδηγούν από τη Τσάμη Καρατάση στου Λουμπαρδιάρη...Η "Λούμπο" για τους έφηβους που μεγάλωσαν εκεί δίπλα στα τέλη του 80. Οταν η γάτα έψαχνε τους φίλους της στην "πεζούλα" της Δράκου (όπως την έλεγε η μαμά μιας και δεν ήταν ακόμα πεζόδρομους) ήξερε ότι αν δεν είναι εκεί θα είναι στο Λούμπο. Πήγαινε και για ραντεβουδάκια εκεί κάποτε πολύ παλιά, πήγε και μερικούς αργότερα, απόγευμα πάντα αλλά μάλλον δε συγκινήθηκαν και τόσο γιατί δε μπορούσε να τους εξηγήσει ότι εκεί μέσα είχε περάσει μια ζωή. Οτι μπουσουλούσε στα πλακόστρωτα του Πικιώνη, πριν τα καβαλήσουν τα τζιπ και ότι η γιαγιά ήξερε όλα τα γκαρσόνια σαν να ήταν παιδιά της. Τελευταία φορά πήγε πριν 2 χρόνια, και ενώ το καφενείο είχε κλείσει, μαζί με αρκετούς από τους ανθρώπους της προχθεσινής παρέμβασης για να συζητήσει με κάποιους ξένους που ασχολούνται με θέματα πόλης, τα ζητήματα των γειτονιών γύρω από του Φιλοπάππου αλλά και του ίδιου του λόφου. Και όποτε συναντά αυτούς τους ξένους, αυτοί ρωτούν τι κάνει ο λόφος, οι άνθρωποί του και το κλειστό καφενείο που τους πρόσφερε σκιά, θέα στην Ακρόπολη και μια κουβέντα με τους κατοίκους ίσως σημαντικότερη από πολλά αναγνώσματα.

Η γάτα θα επιστρέψει σε 5-6 κυριακές και ελπίζει να σας βρει όλους εκεί. Εσείς, να πάτε την ερχόμενη Κυριακή!
Η φωτό και το γραφιστικό είναι κλεμένα από το προαναφερθέν ιστολόγιο

24.9.10

Johnny Cash - Personal Jesus

ενα χρόνο μετά η γάτα επιστρέφει
Βοηθήσε ένα μπαρ στο Παρίσι που δεν ήταν καθόλου "comme il faut" και αυτό τον έπεισε ότι υπάρχει ακόμα ελπιδα σε αυτή την πόλη...Οπότε και θα επιστρέψει δυναμικά και θα αρχίσει λιγο να μιλάει και γαλλικά

31.10.09

Γύρισα το Παρίσι ανάποδα (βόλτα στις" κατακόμβες")


Όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τους Γαλάτες (όλους εκτός από το χωριό του Αστερίξ και του Οβελίξ), εισήγαγαν και τις δικές τους πολεοδομικές τεχνικές. Μια από αυτές, η λειτουργία υπόγειων λατομείων, για την εξόρυξη γύψου, ασβεστόλιθου κ.ά. Κατά το 17ο αιώνα, πολλά σπίτια στο Παρίσι άρχισαν να πέφτουν, λόγω των υπόγειων στοών. Έτσι, ο Λουίς ο 14ος, διέταξε να ενισχύσουν τις στοές. Ο όρος "κατακόμβες" χρησιμοποιείται καταχρηστικά για ένα μέρος των στοών, που χρησίμευσαν σαν οστεοφυλάκια την ίδια περίοδο (κάπου 1,7 χιλιόμετρα στο μήκος). Ακόμα καταχρηστικότερα, ο όρος κατακόμβες χρησιμοποιείται για να περιγράψει ολόκληρο το λαβύρυνθο των στοών που βρίσκονται κάτω από την πόλη του Παρισιού.

Το ραντεβού μας ήταν στις 19.30 στο Καρτιέ Λατέν. Εκεί υπάρχουν πολλές πολλές πόρτες προς τις κατακόμβες, κυρίως μέσα από τα υπόγεια των κτηρίων. Οι περισσότερες από αυτές έκλεισαν με πρωτοβουλία των ιδιοκτητών κατά τη δεκαετία του '80, όπου οι κατακόμβες είχαν γίνει πολυσύχναστες, γεμάτες νέους που παρτάρανε αλλά όχι μόνο. Ζητήματα ασφάλειας λοιπόν οδήγησαν στο κλείσιμο των περισσότερων. Μόλις μπήκαμε στις κατακόμβες, κατεβαίνοντας τη λίθινη γυριστή σκάλα, χωριστήκαμε σε δυο ομάδες. Οι διάδρομοι στενοί, κάτω χώμα, λάσπη και πότε πότε "ποτάμι", η δικιά μας ομάδα ξεκίνησε από αριστερά.

Η ατμόσφαιρα σαφώς υγρή, αλλά - αντίθετα από ότι θα περίμενε κανείς - δεν βρωμούσε, ούτε είχε ποντίκια. Σε εκείνη την περιοχή δεν υπάρχουν μπερδέματα μεταξύ των υπονόμων και των στοών. Στο περισσότερο μέρος της διαδρομής, η στοά ηταν χτισμένη από πέτρινους θόλους, ύψους 2 μέτρων περίπου και πλάτους 1,5. Ωστόσο, δεν έλειψαν και οι στιγμές που έπρεπε να περπατάμε γονατιστοί για καμιά δεκαριά μέτρα, να διασχίζουμε ένα πέρασμα κάπου 25 μέτρων με συνεχείς στροφούλες, καθώς και το "ποτάμι". Κάπου 20 μέτρα όπου το νερό φτάνει στο γόνατο και το έδαφος είναι μαλακό. Πριν το μεγάλο ποτάμι υπήρχε ένα μικρότερο, όπου στην αρχή προσπαθούσες "να μη βραχείς" μέχρι που το έπαιρνες απόφαση... αυτό ήταν και το βάφτισμα του ύδατος.

Δεν φτάσαμε μέχρι το οστεοφυλάκιο, γιατί είχαμε μόνο τρεις ώρες στη διάθεσή μας, και ο οδηγός μας δεν αισθανόταν αυτοπεποίθηση να μας πάει.

Σε κάποια σταυροδρόμια, έβλεπες σχεδιασμένο ένα άσπρο άνθρωπο να δείχνει προς τη μια κατεύθυνση. Ήταν η κατεύθυνση που δεν έπρεπε να πας για κανένα λόγο, γιατί θα χανόσουν. Αυτό είπε ο οδηγός μας και δεν είχα κανένα λόγο να μην τον πιστέψω. Σε άλλες φάσεις, είδαμε κάτι πηγάδια 20 μέτρων που έβγαζαν στην επιφάνεια του δρόμου. Αλλά το ποιο εντυπωσιακό ήταν μια αίθουσα, εκεί κοντά στην οδό Σαν Ζακ.

Αφού περάσαμε μια μικρή διαδρομή δέκα μέτρων σκυφτοί και μια μεγαλύτερη όρθιοι, μετά από κάποιες στροφές, φτάσαμε σε μια τεράστια αίθουσα. ύψος κάπου 3-4 μέτρα, πολλές αίθουσες, πέτρινες καμάρες, γκράφιτι... Το μέρος όπου γίνονται τα καλύτερα πάρτυ!

Μεταξύ άλλων είδαμε και το μνημίο ενός φύλακα των στοών. Πολύ καλό παιδί εκείνος ο φύλακας, αλλά ήταν κομματάκι αλκοολικός. Σε κάποια φάση λοιπόν μπήκε μέσα στις στοές για να βρει κανένα ανοικτό κελάρι και να καβατζώσει κανένα κρασάκι. Δεν ξέρω αν κατάφερε να βρει κάτι. Πάντως τον ίδιο τον βρήκαν μετά από 8 μήνες... Γι'αυτό εξάλλου λέγεται ότι πρέπει πάντα να ενημερώνεις κάποιο όταν μπαίνεις στις κατακόμβες. Αν πάλι σβήσει η λάμπα σου (ή ο φακός σου) και είσαι μόνος, έχεις πολύ μεγάλο πρόβλημα... Πρέπει να περιμένεις να ανησυχήσει αυτός που έχεις ειδοποιήσει και να έρθει με ενισχύσεις να σε βρει. Παρεπιπτόντως, το πρόστιμο που τρως άμα σε βρουν (ζωντανό) οι αστυνομικοί στις κατακόμβες είναι 35 ευρώ.


Επιστρέψαμε τρέχοντας, γιατί είχαμε ραντεβού με τον άνθρωπο που θα μας άνοιγε την πόρτα. Όταν βγήκα έξω ήταν περίεργα. Η αίσθηση του χώρου, η αίσθηση του αέρα... Ήμασταν όλοι κουρασμένοι αλλά με κάτι τεράστια χαμόγελα.